Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Η καριέρα της ηθοποιού Μέλπως Ζαρόκωστα στην Αυστραλία τη δεκαετία του 1950

Η Μέλπω Ζαρόκωστα δεν υπήρξε η μεγάλη πρωταγωνίστρια, μια σταρ του ελληνικού κινηματογράφου, όμως την ξεχωρίσαμε μέσα από πολλούς και διαφορετικούς ρόλους σε σειρά ελληνικών ταινιών: ως συμμαθήτρια της Αλίκης Βουγιουκλάκη (με την οποία συνεργάστηκαν σε πολλές ακόμα ταινίες) στο «Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο»· ως η παράνομη ερωμένη του Λάμπρου Κωνσταντάρα στη «Βίλα των οργίων»· ως η υποψήφια... πεθερά του Κωνσταντάρα και μητέρα της Νόρας Βαλσάμη (παρότι μόλις 34 ετών η ίδια!) στα «Κάτι κουρασμένα παλικάρια»· ως η έμπιστη φίλη της Ρένας Βλαχοπούλου στο «Μια τρελή, τρελή σαραντάρα» κλπ. Και πολλά χρόνια αργότερα έπαιξε μικρότερους ή μεγαλύτερους ρόλους σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές, κυρίως στην ιδιωτική τηλεόραση, με πιο πρόσφατη τη συμμετοχή της στον «Αστέρα Ραχούλας» στο ρόλο μιας απίθανης γιαγιάς, της Μπιρμπίλως.

Η καριέρα της ως ηθοποιού ξεκίνησε στην Αυστραλία, όπου βρέθηκε με την οικογένειά της προς το τέλος του ελληνικού εμφυλίου. Ήδη στις 3 Μαΐου 1950, η εφημερίδα The Argus της Μελβούρνης δημοσίευσε μια αρκετά χαριτωμένη φωτογραφία της... Μέλπως Κώστα (Melpo Costa), όπως ήταν γραμμένο τ' όνομά της κόβοντας τις πρώτες συλλαβές του επιθέτου της, παρομοιάζοντάς την με "παγόβουνο", όχι επειδή εξέπεμπε κάποια ψυχρή ομορφιά - αντίθετα το άρθρο συνοδευόταν από μια ιδιαίτερα θερμή φωτογραφία - αλλά επειδή η νεαρή τότε Μέλπω Ζαρόκωστα ήταν μέλος του κολυμβητικού κλαμπ Bondi Icebergs στην παραλία του Double Bay στο Σίδνεϊ.

Η επόμενη εμφάνιση της Ζαρόκωστα στον αυστραλιανό τύπο εντοπίζεται στις 31 Ιουλίου 1952, όταν η εφημερίδα Sun του Σίδνεϊ δημοσίευσε μια φωτογραφία με έξι νεαρές Ελληνίδες της Αυστραλίας, ντυμένες με παραδοσιακές ενδυμασίες.


Την άνοιξη του 1953 στην ζωή της μπήκε η ηθοποιία. Στις 22 Απριλίου 1953, η Sun γνωστοποιούσε ότι «Την επόμενη εβδομάδα, η νεαρή Ελληνίδα ηθοποιός Μέλπω Ζαρόκωστα θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο Σίδνεϊ στην παραγωγή "Lace on Her Petticoat" του Metropolitan Theatre. Ο ρόλος της απαιτεί σκωτσέζικη προφορά (την οποία εξελίσσει αρκετά καλά) και επίσης να κάνει μπάνιο επί της σκηνής, όμως πρόκειται για μια από αυτές τις παλιομοδίτικες μπανιέρες και (η ηθοποιός) πλένεται πίσω από μια οθόνη».
Το θεατρικό έργο της Έιμι Στιούαρτ γράφτηκε το 1942 και πραγματευόταν διάφορα κοινωνικά προβλήματα και κοινωνικές αδικίες τοποθετημένες στη Σκοτία των τελών του 19ου αιώνα. Η Ζαρόκωστα υποδυόταν την Elspeth McNarn, μια φτωχή κοπέλα που ονειρευόταν να βάλει μια «δαντέλα στο μεσοφόρι της», όπως ήταν και ο τίτλος του έργου. Η ερμηνεία της ήταν «εξαιρετική» σύμφωνα με τη Le Courier Australien, ενώ η The Sydney Morning Herald υποστήριξε ότι «η δις Ζαρόκωστα, μια ευαίσθητη νεαρή ηθοποιός, είχε ένα σπάνιο χάρισμα πάθους» η δε «ελληνοσκωτσέζικη προφορά της ήταν αξιολάτρευτη».

Λίγους μήνες αργότερα υποδύθηκε την Αντιγόνη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανουίγ, μια μοντέρνα εκδοχή της αρχαίας τραγωδίας, που ανέβηκε στο Metropolitan Theatre του Σίδνεϊ. Με αφορμή την παράσταση αυτή, η Ζαρόκωστα εξομολογήθηκε στην εφημερίδα Sun σχετικά με τις δυσκολίες που συνάντησε σε σχέση με τη γλώσσα: «Η καρδιά μου ανήκε στο θέατρο, όμως ήξερα ότι μπορούσα να ελπίζω σε κάποιο μέλλον στην Αυστραλία, μέχρι που έμαθα να μιλώ άνετα τα αγγλικά και με όσο το δυνατό λιγότερη προφορά. Μόλις έφτασα εδώ, ξεκίνησα μαθήματα με δάσκαλο, όμως πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος μέχρι να είμαι αρκετά καλή για να ξεκινήσω θεατρικές σπουδές. Είμαι αποφασισμένη να ξεπεράσω την όποια μικρή προφορά απέμεινε στο λόγο μου».
Οι κριτικές για τη συγκεκριμένη παράσταση και κυρίως για την ερμηνεία της μόλις 21χρονης Ζαρόκωστα ήταν αντιφατικές. Τα πιο θετικά σχόλια γράφτηκαν στην εφημερίδα Tribune στις 2 Σεπτεμβρίου 1953: «Η νεαρή Ελληνίδα ηθοποιός έφερε πάθος, ευαισθησία και μεγάλο συναισθηματικό βάθος στον απαιτητικό ρόλο της. Διαθέτει ένα ζωηρό, εκφραστικό πρόσωπο, δυναμική κίνηση και μια ευφυή κατανόηση του ρόλου. Είναι μια από τις λίγες ηθοποιούς που υποδύονται το έντονο πάθος, χωρίς ποτέ αυτό να φανεί ντροπιαστικό στο κοινό. Αυτή η νεαρή ηθοποιός αποτελεί ένα βέβαιο απόκτημα για το αυστραλιανό θέατρο».
Εξάλλου, κάνοντας το θεατρικό απολογισμό του 1953, η εφημερίδα The Sun συμπεριέλαβε τις δύο πιο πάνω ερμηνείες της Μέλπως Ζαρόκωστα μεταξύ των καλύτερων γυναικείων της χρονιάς, που παρουσιάστηκαν στο «μικρό θέατρο».

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1954, η Ελληνίδα ηθοποιός υποδύθηκε τη Μιράντα στην "Καταιγίδα" του Σαίξπηρ, που ανέβηκε στο θέατρο Metropolitan, ενώ λίγους μήνες αργότερα θα κρατούσε τον πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο στο έργο "Dark Secret" του αυστραλού θεατρικού συγγραφέα Τζον Γουάτσον, που παρουσιάστηκε στο ίδιο θέατρο.


Το Φεβρουάριο του 1955 υποδύθηκε τη Martine στο ομώνυμο θεατρικό έργο Αυστραλού συγγραφέα...


... ενώ την ίδια χρονιά συμμετείχε και στο σίριαλ "Blue Hills" του κρατικού ραδιοφώνου της Αυστραλίας, υποδυόμενη μια Ιταλίδα, που άκουγε στο όνομα Μαρία Γκαμπάλντι!

Από κει και μετά, η αναζήτηση στα αρχεία αυστραλιανών εφημερίδων δεν βγάζει κάποιο καινούριο στοιχείο, η δε Ζαρόκωστα επιστρέφει τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα και το 1959 εμφανίζεται στο «Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» στο ρόλο μιας ακόμη άτακτης μαθήτριας του Κολεγίου Αθηνών, ξεκινώντας μια καινούρια καριέρα στα πάτρια εδάφη, που δεν θα περιοριζόταν πλέον μόνο στην ηθοποιία, αλλά θα επεκτεινόταν και σε άλλες μορφές τέχνης, όπως η συγγραφή. 

Ένα ελληνικό τραγούδι στα 10 δημοφιλέστερα όλων των εποχών στην Αυστρία

Είναι η πιο γνώριμη ελληνική μουσική μελωδία διεθνώς. Είναι απόλυτα ταυτισμένη με την Ελλάδα ακόμη και σήμερα, περισσότερα από 63 χρόνια από τότε που πρωτοακούστηκε στα πλαίσια του σάουντρακ μιας κινηματογραφικής ταινίας, ώστε από τις πρώτες δυο κιόλας νότες του τραγουδιού, μπορεί ο οποιοσδήποτε κάτοικος του πλανήτη να το αναγνωρίσει ενθουσιασμένος, έτοιμος να το χορέψει. Άλλωστε, είναι το τραγούδι που αναγόρευσε σε εθνικό χορό το... συρτάκι, που στην πραγματικότητα είναι μια μικρή παραλλαγή του... μη ελληνικού χασάπικου!

Ο λόγος φυσικά γίνεται για το μουσικό θέμα του «Ζορμπά» σε σύνθεση Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος κατάφερε να μεταφέρει μέσα από τη μουσική του σύνθεση του ένα μεθυστικό άρωμα Ελλάδας σε συνδυασμό με μια έκρηξη ψυχικής ανάτασης, εσωτερικής δύναμης και αισιοδοξίας μεταφράζοντας αυθεντικά το ελεύθερο πνεύμα του Γιώργου Ζορμπά, του πιο διάσημου yolo ανθρώπου πολλά χρόνια πριν η yolo φιλοσοφία γίνει σλόγκαν και τρόπος ζωής, ο οποίος ενέπνευσε το Νίκο Καζαντζάκη και στη συνέχεια μέσω του βιβλίου του τελευταίου («Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά») και της ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη («Zorbathe Greek») εκατομμύρια ανθρώπους σ’ όλον τον κόσμο.


Η αγάπη των Αυστριακών για την Ελλάδα φαίνεται και από την εξαιρετικά υψηλή θέση που καταλαμβάνει στο εν λόγω τσαρτ κι ένα τραγούδι αυστριακού καλλιτέχνη, του Ούντο Γιούργκενς, ο οποίος μάλιστα εκπροσώπησε τρεις φορές την Αυστρία στο διαγωνισμό τραγουδιού της Γιουροβίζιον (τα έτη 1964, 1965 και 1966, οπότε και κέρδισε την πρώτη θέση με το «Merci, Chérie»). «Griechischer Wein», δηλαδή «ελληνικό κρασί», είναι ο τίτλος του τραγουδιού του Γιούργκενς, το οποίο – από το Μάρτιο του 1975 μέχρι σήμερα – παρέμεινε 55 εβδομάδες στο τοπ10 των αυστριακών τσαρτ και παρότι ποτέ δεν βρέθηκε στην πρώτη θέση, θεωρείται το τρίτο εμπορικότερο τραγούδι στην Αυστρία τα τελευταία 53 χρόνια, ενώ μεγάλη απήχηση είχε στην εποχή του και σε Γερμανία και Ελβετία!




Το τραγούδι αυτό διασκεύασαν και οι δικοί μας Locomodo σε πιο ρέγγε ρυθμούς, όπως είναι και το συνηθισμένο τους στυλ.


δια χειρός ΚΥΡ _ 16/07/2018

“Δείξτε μου τις γελοιογραφίες μιας Χώρας και θα σας πω τι πολίτευμα έχουν”»
  Ελένη Βλάχου


λέξεις _ μνήμες.....εικόνες _ σκέψεις ( 16/07/2018 )

από την Μονή Σφιγμένου ή Σιμένου
όπως λέγεται στην καθομιλουμένη

εφημ. Μακεδονία
27/04/1975

https://www.nlg.gr/



Μετά τον αρσανά του Χελανδαρίου και δίπλα ακριβώς στη θάλασσα 
μέσα σ' ένα γαλήνιο ορμίσκο 
είναι κτισμένο το μοναστήρι του Εσφιγμένου, 
που πανηγυρίζει την Ανάληψη του Κυρίου (40 ημέρες μετά το Πάσχα
και κατέχει τη δεκάτη ογδόη θέση μεταξύ των 20 Μονών του Άθω.