Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Αποσπάσματα από το διήγημα Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Η Μαριγούλα είχε πέσει στο βυθό. Αδύνατον να βγει από κει. Επώνυμο δεν έχει.Τη λένε *μωρή* και κάποτε, στις καλύτερες στιγμές των οι άνθρωποι, Μαριγούλα. Μαζί με τις άλλες γυναίκες του είδους της, η Μαριγούλα είναι κλεισμένη σ' ένα σπίτι που αναγκάζουν τους απέναντι να κλείνουν τα παράθυρα των...Μα κι αυτό το ίδιο το σπίτι κλείνει τα παράθυρα του, επειδή ο ήλιος ανήκει, μαζί με τα άλλα αγαθά, στην κοινωνία και δεν πρέπει να τον κλέβει.
 Η Μαριγούλα έπιασε έναν αγαπητικό ένα δικηγόρο της Αθήνας, από την Πλάκα, είκοσι επτά χρονών. Οι συντρόφισσες της σκανδαλίστηκαν. Αυτός ήταν άνθρωπος με δίπλωμα.
  Η Κυριακή έιναι η τακτική μέρα που δέχεται  η Μαριγούλα τον καλό της. Η Κυριακή της είναι γι αυτόν.Τότε γίνεται άλλη γυναίκα. Είναι με στεφάνι ας πούμε.
  Τη Δευτέρα την ξαναπαίρνει η δική της προκυμαία και η ταβέρνα. Δεν ξέρει, ούτε θέλει να ξέρει, πως ζει όλη τη βδομάδα.
  Τις ημέρες αυτές είναι θαμμένη, ανασταίνεται την Κυριακή. Απ' το Σάββατο ακόμη αρχίζει να φέγγει σαν αυγή το είναι της.

Μια Κυριακή ο Γιώργος ανέβηκε τη σκάλα και της είπε βιαστικά: - Ντύσου για όξω, έχω αμάξι.
  - Που θα πάμε; ρώτησε.
  - Περίπατο.
  - Που θα πάμε Γώγο; ρώτησε.
  -Στα τριαντάφυλλα.
  -Είναι περιβόλι;
  - Aπέραντο.
  Αντί όμως σε περιβόλι, σταμάτησαν σε ένα ξερό χωράφι γεμάτο αγκάθια. Ήταν πυκνά και σκληρά. Φυτεία ολόκληρη από βελόνες και λεπίδια.
  Εκεί της είπε να βγάλει το καπέλο της, τα σκαρπίνια της, να ξεκαλτσωθεί. Αν και παραξενέυτηκε, δεν του αντιστάθηκε.
  Τότε αυτός τράβηξε από τον κόρφο του ένα καμουτσίκι και, κροταλίζοντας το στον αέρα, την έσυρε με ορμητικό τίναγμα στα αγκάθια.
      Του αντιστάθηκε. Την έσπρωξε στο χωράφι.
  -Γώγο τρυπιέμαι, είναι λεπίδια!
  -Μα γι' αυτό σ΄έφερα. Περπάτα.
  -Γώγο! Αγαπητηκιέ μου! Στη ζωή σου!
  -Σώπα, σκύλα, τη ζωή μου τη χαντάκωσες.'Επρεπε να μου το πεις, είμαι άρρωστος για πάντα.
  - Δεν ξέρω τίποτα Γώγο μου, αγαπητικιέ μου. Δεν ξέρω τίποτα η μάυρη. Βοήθεια!
    Ήταν ασυγκίνητος.
      * Αν έιναι αλήθεια πως δεν τόξερε;*
    Μα έδιωξε τη σκέψη αυτή που του ήρθε. Ήταν από τους σκληρούς ανθρώπους που πνίγουν τις τύψεις πριν γεννηθούν.
    Στο κρεβάτι του νοσοκομείου, νιώθει πως τρύπησε το κορμί της από την ακινησία.Έχει τρεις μήνες έτσι με τα πόδια ακίνητα,βαριά. Χιλιάδες βελόνες είναι μέσα σ΄αυτά τα πόδια.
     Όσοι έμαθαν το μυστικό ξεκινούσαν την Μεγάλη Τρίτη για ένα παλιό εκκλησάκι των Ανφιώτικων, ξέροντας πως εκεί θα νιώσουν το τροπάριο στη δόξα του, επειδή η γυναίκα που ανάβει τα καντήλια ήταν λέει, τέτοια. Δεν την ξανάπε κανείς Μαριγούλα, Μαρία τη λένε. Μαυροντυμένη, ταπεινή, σαρώνει,ξεσκονίζει, καθαρίζει κι ανάβει τα καντήλια. Μα το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης η υπηρέτρια της εκκλησιάς από φόβο μην τη γνωρίσει κανένας παλιός γνώριμος, ίσως κι εκείνος - αν και τωρα έιναι αγνώριστη- χώνεται από νωρίς σε μια γωνιά.
          Γιατί κι ο Χριστιανός ακόμη θέλει παράσταση.
 - Μαρία της λέγει ο Σταυρωμένος ( επειδή κάθε Μεγάλη Τρίτη τον ακούει να της μιλεί ), αγάπησες πολύ κι επόνεσες.              Εισαι αδελφή μου.
- Κύριε! Κύριε! Ευδόκησες να μιλάς σε τέτοια γυναίκα; Και πέφτει κάτω και φιλεί τις πλάκες.
- Μη δέρνεσαι,Μαρία! Είσαι στα δεξιά μου.Τους αποχαμένους αναζητώ. Στους βούρκους ψάχνω για μαργαριτάρια. Ο πόνος σου είναι δικός μου.
   Κοίταξε! Το ίδιο αγκάθι φύτρωσε για τα πόδια σου και για την κεφαλή μου , Μαρία!
       Λένε πως αυτός πέρασε κάποια Μεγάλη Τρίτη κι έριξε μια ματιά προς το μέρος που η γυναίκα στηθοκοπιόταν, χωρίς να διακρίνει καλά τίποτε άλλο από ένα μαύρο ίσκιο που η τύψη του ανέμιζε μπροστά στις εικόνες. Κάπου το έιχε μάθει και η περιέργεια μόνο τον έφερε.
   Δε στάθηκε παρά λίγα λεπτά. Δε λυπήθηκε, δε μετάνιωσε. Κουτσαίνοντας λίγο - επειδή τώρα τελευταία το ένα του πόδι βάρυνε- παραμέρισε τον κόσμο κι έφυγε, πιστεύοντας πάντα πως αυτό που έγινε ήταν καλά γινωμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.